Thursday, 03 March 2022 17:17

Μανούσος Μανουσάκης: «Ανά πάσα στιγμή τα πάντα μπορούν να ανατραπούν»

Συνέντευξη στη Ράνια Παπαδοπούλου

Γεννημένος το 1950 στην Αθήνα, ο Μανούσος Μανουσάκης είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες. Έχοντας στο ενεργητικό του οκτώ  ταινίες μεγάλου μήκους και περίπου είκοσι πέντε τηλεοπτικές σειρές, ο Μανουσάκης αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία των ελληνικών θεαμάτων. Το 2022 συμπληρώνονται πενήντα χρόνια παρουσίας του στα καλλιτεχνικά δρώμενα.

Από την πρώτη του ταινία, τον «Βαρθολομαίο», που το 1972 λογοκρίθηκε από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, έως το «Ουζερί Τσιτσάνης» το 2015, τις τηλεοπτικές σειρές «Καλλικαντζαροδουλειές» το 1985 στην ΕΡΤ, τον «Φάκελο Αμαζών», το «Τμήμα Ηθών» έως τον «Βαρδιάνο στα σπόρκα» του Παπαδιαμάντη, το «Ποιος ήτο ο φονεύς του αδερφού μου» του Βιζυηνού και τις «Κρίσιμες στιγμές» της Γαλάτειας Καζαντζάκη για την ΕΡΤ, ο Μανούσος Μανουσάκης εξιστορεί στο Culture Press τις καταστάσεις και τα γεγονότα που καθόρισαν την πορεία του.

2 06 2021 manousakis 2

 

- Το 2022 συμπληρώνετε πενήντα χρόνια παρουσίας στον χώρο του θεάματος. Ποια γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις σάς οδήγησαν να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση;

Μ.Μ. Σε ηλικία επτά – οκτώ χρονών, η γιαγιά μου με πήγε στο στούντιο που γυριζόταν η «Λίμνη των στεναγμών», με τον Τζαβαλά Καρούσο στον ρόλο του Αλή Πασά και την Ειρήνη Παππά στον ρόλο της Κυρά Φροσύνης. Βρέθηκα σ’ ένα μαγικό κόσμο. Το σκηνικό, στα μάτια μου, ήταν υπέροχο. Ενδεχομένως, αυτό το γεγονός να λειτούργησε υποσυνείδητα και ν’ άρχισε να με κατευθύνει. Την Πρωτοχρονιά του ίδιου έτους, ο Άγιος Βασίλης -μέσω του παππού μου- μου χάρισε μία μηχανή προβολής Super 8. Στα παιδικά πάρτι, συνήθιζαν να βλέπουν ταινίες μ’ αυτές τις μηχανές. Εκείνη την εποχή, μπορούσες να νοικιάσεις ταινίες 8mm.  Υπήρχαν τρεις ταινίες με τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Χοντρό και τον Λιγνό κ.ά. Έβλεπα συνέχεια ταινίες. Αυτά τα δύο γεγονότα, τα ανακαλώ στη μνήμη μου ως τις πρώτες μου επιρροές.

 

Οργάνωσα αντιφεστιβάλ.
Ήμουν είκοσι δύο ετών

 

- Σπουδάσατε κινηματογράφο στο Λονδίνο. Η πρώτη σας ταινία, ο «Βαρθολομαίος», γυρίστηκε το 1972. Τα χρόνια της δικτατορίας παρατηρούμε ότι οι ταινίες αντλούν τα θέματά τους κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τον κίνδυνο από τον Βορρά, με στόχο την ενίσχυση του εθνικοπατριωτικού αισθήματος. Απ’ την άλλη, ο «Βαρθολομαίος» είναι μία σουρεαλιστική αλληγορία για τον παραλογισμό των θεσμών και της εξουσίας. Πώς αντιδράσατε στη λογοκρισία της ταινίας από το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου;

Μ.Μ. Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία δεν έγινε δεκτή, οργάνωσα αντιφεστιβάλ. Ήμουν είκοσι δύο ετών. Δεν καταλάβαινα τον κίνδυνο. Το Φεστιβάλ αγκαλιάστηκε από πολλούς σημαντικούς ανθρώπους, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Τάσος ο χαράκτης κ.ά. Ήρθαν και παρακολούθησαν την ταινία και υπέγραψαν δήλωση συμπαράστασης για την αδειοδότησή της. Γυρίζοντας από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, αγωνίστηκα να περάσει από τη λογοκρισία. Βέβαια, το επιχείρημά μου, που πρέσβευσε στο τέλος, ήταν «Ας την να παιχτεί! Πόσοι θα τη δουν; Μεγαλύτερη φασαρία γίνεται με την απαγόρευσή της παρά με την προβολή της». Πραγματικά, η τότε κυβέρνηση πήρε την απόφαση και επέτρεψε την προβολή της ταινίας, η οποία τελικά παίχτηκε στην Αλκυονίδα. Ήταν μεγάλη επιτυχία για την εποχή, αλλά σε ένα στενό κύκλο. Αυτή ήταν η μοίρα της ταινίας μου. Έπειτα, παρουσιάστηκε σε μερικά διεθνή φεστιβάλ, όπως γίνεται με μία ταινία η οποία, εννοιολογικά, δεν απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Είναι μία σουρεαλιστική ταινία, λίγο παράξενη, πολύ εφηβική, αλλά όχι ελιτίστικη. Η πορεία της ταινίας ήταν καλή. Μου έδωσε μία βάση για να συνεχίσω.

 

- Από την περίοδο της απορρύθμισης με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το όνομά σας έχει συνδυαστεί με τη σκηνοθεσία επιτυχημένων δραματικών και κωμικών σειρών, με κεντρικό θέμα έναν απαγορευμένο έρωτα, που αντιμετωπίζει προκαταλήψεις και στερεότυπα των κοινωνιών, που ενίοτε αποδοκιμάζουν τις επιλογές των ηρώων.

Μ.Μ. Μετά από κάποια χρόνια θητείας στην ιδιωτική τηλεόραση έχοντας κάνει τις σειρές «Φάκελος Αμαζών», «Τμήμα Ηθών», «Δρόμοι της πόλης» κ.ά., ξεκίνησε η ιστορία των απαγορευμένων ερώτων με τους «Ψίθυρους καρδιάς». Ο απαγορευμένος έρωτας είναι «το τυράκι στη φάκα». Αυτό που μας ώθησε σε αυτήν την επιλογή σεναρίου και η ιδέα ήταν να καταδείξουμε τον παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων και να μοιραστούμε με τον κόσμο το τι είναι αυτή η κοινωνία, να μιλήσουμε κατά της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού. Αυτό το ιδεολόγημα ήταν το κυρίαρχο και σε επόμενες σειρές, όπως στη σειρά «Η αγάπη ήρθε από μακριά» με τον Αλβανό οικονομικό μετανάστη και στη σειρά «Μη μου λες αντίο», που μιλούσε για τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Με αυτήν τη σειρά, θέλαμε επίσης να δείξουμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι Έλληνες πολίτες, άλλου θρησκεύματος και, όταν ένα παιδί σπουδάζει στην Κομοτηνή, σπουδάζει στην Ελλάδα και όχι στην Τουρκία, όπως θεωρούσαν πολλοί γονείς τότε. Στη συνέχεια, με την ίδια θεματολογία, ακολούθησε και η ταινία «Ουζερί Τσιτσάνης», όπου μιλήσαμε για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης και την εξάλειψή της από τους Γερμανούς, για να μοιραστούμε το τι είναι πραγματικά ναζισμός με αυτούς που έχουν ξεχάσει και με όσους δεν γνωρίζουν.

 

Ουζερι Τσιτσανης

 

- Ως λαός ξεχνάμε την ιστορία μας;

Μ.Μ. Αυτό είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να ειπωθεί. Φοβάμαι ότι δε γνωρίζουμε. Όλοι οι λαοί διακατέχονται από το ίδιο σύνδρομο της άγνοιας και της απώλειας μνήμης. Ένας λαός που δεν θυμάται την ιστορία του, δεν έχει παρόν και μέλλον και θα υποπέσει στα ίδια σφάλματα. Είναι μοιραίο. Ο λόγος που κάναμε το «Κόκκινο Ποτάμι» ήταν να μοιραστούμε την ιστορία μας, καθώς η πολιτική αστάθεια εκείνης της εποχής μοιάζει πολύ με τη σημερινή πολιτική αστάθεια. Οι σύμμαχοι γίνονται εχθροί. Άνθρωποι που θεωρούσαν ότι όλα ήταν εξασφαλισμένα στη ζωή τους, έχασαν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Ανά πάσα στιγμή τα πάντα μπορούν να ανατραπούν και πρέπει να είμαστε έτοιμοι για να το αντιμετωπίσουμε.

 

Η γλώσσα μας είναι ένα θείο δώρο

 

- Το 2021 αναλάβατε για την ΕΡΤ την παραγωγή και τη σκηνοθεσία τριών σειρών που βασίζονται σε ελληνικά διηγήματα. Ποιος ήταν ο στόχος σας με τη μεταφορά τους στη μικρή οθόνη;

Μ.Μ. Έχουμε δημιουργήσει ένα τείχος απέναντι στη γλώσσα αυτών των διηγημάτων, χωρίς καν να δοκιμάσουμε να τα διαβάσουμε από προκατάληψη. Ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός και όλοι αυτοί οι κλασικοί συγγραφείς, από τους οποίους έχουμε αποκοπεί, χωρίς να γνωρίζουμε τον γλωσσικό πλούτο αυτής της λογοτεχνίας, διαβάζονται πάρα πολύ εύκολα. Ο λόγος που κάναμε τα ελληνικά διηγήματα ήταν να παραινέσουμε τον κόσμο να έρθει σε επαφή με το μεγαλείο της ελληνικής λογοτεχνίας, για να ενισχύσουμε  την αυτοεκτίμησή μας, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο ναδίρ, και να αποκαλύψουμε τον θησαυρό της λογοτεχνίας μας. Ένας ακόμα λόγος ήταν να φέρουμε το κοινό σε επαφή με τη γλώσσα μας, που αρχίζει και φθίνει με τη χρήση ξένων λέξεων. Η απαξίωση της γλώσσας μας είναι τραγική. Η γλώσσα μας είναι ιδιαίτερα περιγραφική και επεξηγηματική. Σου εξάπτει τη φαντασία και εξασκεί την αναλογική σκέψη. Αν χάσουμε τη γλώσσα μας, θα χάσουμε την εθνότητά μας, τον εαυτό μας,  τον χαρακτήρα μας, τη χώρα μας.  Είναι επιτακτικό και επείγον να ξαναμάθουμε τα ελληνικά. Η γλώσσα μας είναι ένα θείο δώρο.

 

Related items