Friday, 22 February 2019 13:42

Μαρίζα Κωχ: «Ό,τι δημιούργησα ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης σκέψης μου» Featured

Συνέντευξη της Μαρίζας Κωχ στη Ράνια Παπαδοπούλου

Με τρυφερότητα, αγάπη και χιούμορ, η καταξιωμένη ερμηνεύτρια Μαρίζα Κωχ, μέσα από το αυτοβιογραφικό της βιβλίο «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης» ( Εκδόσεις Μεταίχμιο), επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία των παιδικών της χρόνων στο αγαπημένο της νησί, τη Σαντορίνη, όπου ξεκίνησε να διαμορφώνεται  ο χαρακτήρας της αλλά και η μουσική της προσωπικότητα. Έχοντας υπάρξει και η ίδια ένα παιδί του πολέμου, σε μία κρίσιμη περίοδο όπως αυτή που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία, λόγω της παγκόσμιας αξιακής, κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής κρίσης, η αγαπημένη ερμηνεύτρια αφιερώνει το πόνημά της «στα παιδιά που αφήνει πίσω του ο πόλεμος».

Όπως αναφέρει και η ίδια στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της «Το αφήγηµά µου αυτό το έγραψα ως απάντηση της αγάπης που δέχτηκα στα πενήντα χρόνια που τραγουδώ και σας το προσφέρω αντίδωρο. Με την ευχή όλα τα παιδιά του πολέµου, του κάθε πολέµου, να γευτούν την αγάπη και τη γιατρειά όπως εγώ».

Η Νένα Βενετσάνου διασκεύασε το βιβλίο και μαζί με τη Μαρίζα Κωχ παρουσιάζουν κάθε Σάββατο στις 20:30 στο Trii Art Hub, το μουσικοθεατρικό αναλόγιο «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης» σε σκηνοθετική επιμέλεια Κώστα Χατζή , με τη συμβολή του Αντώνη Σκαμνάκη στη Viοla da Gamba.

Έχοντας ως φόντο την Ακρόπολη, η Μαρίζα Κωχ μάς χάρισε αυτή την αγάπη, που τη διακατέχει όλα αυτά τα χρόνια, σε μία εκ βαθέων συζήτηση για τη ζωή της, την καλλιτεχνική της πορεία, τις σκέψεις της για την παράδοση, τον πόλεμο, το χθες και το σήμερα, αναδεικνύοντας την αφοσίωσή της στα μουσικά δρώμενα, αλλά και σε όλη αυτή τη διαδρομή που έζησε και ζει με τα παιδιά

0 Μαρίζα Κωχ Νένα Βενετσάνου

-Από τις 24 Νοεμβρίου 2018 μαζί με τη Νένα Βενετσάνου, παρουσιάζετε κάθε Σάββατο στο Trii Art Hub, το μουσικοθεατρικό αναλόγιο «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο σας. Ξεκινήσατε για δέκα Σάββατα, αλλά οι παραστάσεις παρατάθηκαν μέχρι και τις 23 Φεβρουαρίου 2019. Πώς γεννήθηκε η ιδέα του αναλογίου;

Μ.Κ.: Ήταν μία έκπληξη και για εμένα, όταν η Νένα, αφού διάβασε το βιβλίο, έφτιαξε ένα σενάριο και μου πρότεινε να κάνουμε αυτό το μουσικοθεατρικό αναλόγιο. Έχουμε περάσει πολύ ευτυχισμένες στιγμές με το κοινό μας, γιατί μας θυμάται από παλιά. Με τη Νένα συνεργαζόμαστε κατά καιρούς από τα πολύ νεανικά μας χρόνια. Αυτό μας έφερε ακόμα πιο κοντά και είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενες για αυτό.

-Ποια ήταν η πρώτη σας συνάντηση με τη Νένα Βενετσάνου;

Μ.Κ.: Είναι τόσο παλιά! Δεν υπάρχει πρώτη συνάντηση. Νιώθω ότι από πάντα ήμαστε μαζί. Έχουμε συνυπάρξει και στη Θεσσαλονίκη, έχουμε περιοδεύσει… Έχουμε εμφανιστεί στο Δίαυλο πολύ συχνά, όσο υπήρχε μουσική σκηνή. Πάνω από όλα όλα αισθανόμαστε πολύ κοντινές φίλες. Νομίζω ότι είμαστε επιστήθιες.

-Και η πιο ωραία ανάμνηση που έχετε μέσα στο χρόνο από αυτή τη φιλία;

Μ.Κ.: Στιγμές οικογενειακές. Όταν μεγάλωνε ο γιος της και πήγαινα πιο συχνά στο σπίτι τους, να ζωγραφίζει ο Φοίβος την υδρόγειο σφαίρα με φοβερές λεπτομέρειες κι εμείς να μαγειρεύουμε και να περνάμε καλά.

-Βέβαια, αν δε κάνω λάθος, η πρώτη σας δισκογραφική συνάντηση με τη Νένα Βενετσάνου είναι στον «Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου» -όπου συμμετέχει και η Σαββίνα Γιαννάτου- σε μουσική Δημήτρη Λέκκα και σκηνοθεσία- στίχους Γιάννη Καλατζόπουλου.

Μ.Κ.: Ναι. Αυτή είναι μία στιγμή μέσα στις πολλές.

-«Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης», το αυτοβιογραφικό σας βιβλίο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Τι σας ώθησε να γράψετε και να εκδώσετε το συγκεκριμένο βιβλίο τη δεδομένη στιγμή; Γιατί τώρα και όχι νωρίτερα;

Μ.Κ.: Είναι γι’ αυτό που λες ακριβώς. Το έγραψα τώρα, γιατί τώρα υπήρχε λόγος να το γράψω. Τώρα που υπάρχουν γύρω μας τόσα παιδιά του πολέμου, παιδιά ασυνόδευτα, παιδιά που θα μαρτυρήσουν για να μεγαλώσουν, όπως είχα την ατυχία να είμαι κι εγώ παιδί του πολέμου και μάλλον πέρασα πολλά ώσπου να μεγαλώσω. Αγαπήθηκα όμως. Νιώθω ότι αν προσφέρουμε αγάπη στα παιδιά του πολέμου, θα είναι το καλύτερο γιατρικό για να έχουμε στο μέλλον Έλληνες πολίτες με την ελληνική κουλτούρα και όλα τα αισθήματα που κουβαλά η ράτσα μας.

MARIZA KOX FOTO Page 15

-Από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που αναφέρετε στο βιβλίο σας, ποια έπαιξαν καταλυτικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής σας προσωπικότητας;

Μ.Κ.: Το ψαλτήρι του παππού που ήταν παπάς στο νησί ήταν οι πρώτες δυνατές μουσικές μου αναμνήσεις, αλλά και οι συναντήσεις των ανθρώπων που όλη την εβδομάδα πουλούσαν λαχανικά με τα κάρα στους δρόμους της Αθήνας. Το ραντεβού τους ήταν έξω από το Δαφνί, που είχε μία τεράστια αλάνα. Έδιναν μία βιτσιά στα άλογα και τα άλογα έτρεχαν στα νταμάρια και στα πεύκα και έστρωναν πάνω στην καρότσα τα καλύτερα οικογενειακά μεσημεριανά τραπέζια με παππούδες, γιαγιάδες, παιδιά, εγγόνια και οι άντρες μεταξύ τους το πώς ζούσαν αυτές τις στιγμές μέσα σε ένα μουσικό πανδαιμόνιο, γιατί παντού υπήρχαν γραμμόφωνα. Δανείζονταν μεταξύ τους εκείνες τις μεγάλες πλάκες. Εκεί ήταν τα πρώτα μου ακούσματα. Μικρασιάτικα τραγούδια. Ήταν οι Μικρασιάτες που είχαν εκεί το ραντεβού τους.

-Τι σημαίνει για κάποιον να είναι παιδί του πολέμου, πέρα από τη θεωρητική γνώση που έχουμε όλοι όσοι δεν έχουμε βιώσει τον πόλεμο;

Μ.Κ.: Πρέπει να θυμηθούμε ότι η Ελλάδα ήταν γεμάτη ορφανά παιδιά του πολέμου. Άλλα βρήκαν καταφύγιο σε όσες οικογένειες έμειναν οργανωμένες, άλλα στα ιδρύματα και πολλά παιδιά στους δρόμους. Είχαμε γίνει παιδιά των φαναριών. Όταν βλέπουμε τώρα, αυτά τα παιδιά ανάμεσά μας -είτε τα επισκεπτόμαστε είτε δεν τα επισκεπτόμαστε, ξέρουμε ότι υπάρχουν- αισθανόμαστε ένα πόνο γι’ αυτά, γιατί ξέρουμε τον πόνο, την  ανασφάλεια που αισθάνεται ένα παιδί του πολέμου. Ο πόνος και η ανασφάλεια που αισθάνεται ένα παιδί του πολέμου είναι σε βαθμό που το εμποδίζει να προχωρήσει τη ζωή του με αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται να του συμβούν στη ζωή του πράγματα, που θα αναστρέψουν αυτή την κατάσταση. Σε εμένα και στην αδερφή μου συνέβησαν αυτές οι καλές στιγμές και ακόμα καλύτερες μέσα από την αγάπη που δέχθηκα από τον κόσμο. Στον άνθρωπο που θα μεγαλώσει κάτω από αυτές τις συνθήκες γεννιέται μία βαθιά επιθυμία: να μεταδώσει όχι τον πόνο, αλλά τη χαρά που εισέπραξε. Αυτό μου συνέβη εμένα. Γι ‘ αυτό έκανα και το Κέντρο Βιωματικής Μουσικής και χαρίστηκα νομίζω πιο πολύ στα παιδιά παρά στους μεγάλους. Κι όπως ξέρεις, όλο το υλικό αυτό είναι πλέον στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, αναρτάται τώρα για να μπορεί να έχει πρόσβαση ο κάθε εκπαιδευτικός και είναι μία πολύ μεγάλη τιμή για εμένα.

ΚΩΧ -Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί το υλικό φυλάσσεται σε ένα σημείο που ο οποιοσδήποτε θα μπορεί να έχει πρόσβαση, να δει τη δουλειά που έχετε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και το πώς να φερθεί κι αυτός στα παιδιά.

Μ.Κ.: Αν είμαι καλό παράδειγμα, ναι.

-Από την εμπειρία που έχω, από τότε που σας είχα δει στο Δίαυλο, πριν από είκοσι χρόνια περίπου, είστε καλό παράδειγμα.

Μ.Κ.: Πρόλαβες τη «Γοργόνα» εσύ προφανώς. (γέλια) Έχω κάνει τρία βιβλία για παιδιά. Το ένα είναι «Η γοργόνα που ταξιδεύει το μικρό Αλέξανδρο», μία ευφάνταστη ιστορία γύρω από το θρύλο της γοργόνας, γιατί ο θρύλος αυτός γεννήθηκε μες τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, που θέλαμε να είναι  η αδερφή του Μεγαλέξανδρου κλπ.. Και φτιάξαμε  στην παράδοσή μας αυτή τη γοργόνα, γιατί γοργόνες – mermaid υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Η δική μας είναι αυτή. Αυτή λοιπόν μέσα σε δεκαπεντασύλλαβο δημιούργησε μία αρτιότητα και τη μουσικοθεατρική εκείνη παράσταση, που νομίζω ότι πρέπει να την έχουν  δει πάνω από τριακόσιες χιλιάδες παιδιά. Κάθε μέρα, κάθε πρωί τα σχολειά έρχονταν και στην Κύπρο και εδώ, δηλαδή οι αναμνήσεις είναι μεγάλες. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο. Μετά έγραψα το «Με τη Μαρίζα τραγουδώ ελληνικά μαθαίνω», πιο πολύ για αυτά τα παιδιά με τα οποία χρειάζεται να επικοινωνήσω μαζί τους και στο βαθμό που μπορώ το κάνω πάντα. Στα παιδιά που θα μιλήσουν την ελληνική γλώσσα. Είναι τραγούδια πάνω σε κώδικες που δημιουργούν εικόνες, αισθήματα, χαρά και την προσέγγιση στην ελληνική γραμματική. Όταν λέει «Εγώ, εσύ κι αυτός μαζί,/ θα πάμε στο ποτάμι /εγώ, εσύ κι αυτός μαζί θα βρούμε το καλάμι,/ αυτό που ο Πάνας έφτιαξε πεντάφωνη φλογέρα/ και σαν τραγί χοροπηδά τη νύχτα και τη μέρα./ Εγώ, εσύ, αυτός/ Εμείς, εσείς, αυτοί», είναι ένα ωραίο μάθημα για τα παιδιά. Και με αυτόν τον τρόπο, πολλά στοιχεία αναγκαία της γραμματικής μας.

exofylla paidikon kwx

-Κυρία Κωχ, υπάρχει γιατρειά για ένα παιδί του πολέμου;

Μ.Κ.:  Αυτή είναι μία δύσκολη ερώτηση, που δε μου την έχει κάνει κανείς και δεν έχω προβληματιστεί. Για εμένα προσωπικά, τα έχει σκεπάσει όλα η καταξίωση, η αγάπη του κόσμου και που δεν ήξερε και που πάντα ήμουν εκείνο το ξανθό άλογο που χλιμιντρούσε. Δηλαδή, ήταν ένα ξάφνιασμα για όλους εκείνη η πρώτη Μαρίζα με όλο το θάρρος, το θράσος της νιότης, το θράσος της άγνοιας, αλλά ποτισμένη γερά στα μουσικά ακούσματα και μέσα σε μια εποχή, που υπήρχε ένα παγκόσμιο μουσικό κίνημα. Αγάπησα πολύ το ηλεκτρικό άκουσμα και όταν ήθελα να κάνω το ξεκίνημά μου μέσα στη Χούντα, χωρίς λογοκρισία στα κείμενα, πήρα τα παραδοσιακά μας τραγούδια, τα έντυσα με ηλεκτρικό ήχο και αγαπήθηκαν τόσο πολύ, οπότε ήμουν πλέον κι εγώ μαζί τους. Μου άνοιξαν δρόμο για μεγάλους ορίζοντες.

-Η αφήγησή σας στο «Ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης» τελειώνει στη μεταπολεμική περίοδο. Γιατί επιλέξατε να σταματήσετε εκεί; Και πώς ήταν για εσάς τα επόμενα χρόνια; Αποκλείετε την έκδοση ενός άλλου βιβλίου;

Μ.Κ.: Δεν έχω τέτοιες σκέψεις, γιατί ένα βιβλίο παίρνει πολύ χρόνο τελικά για να γραφτεί. Από τετρακόσιες σελίδες κράτησα τις διακόσιες και πόσες άλλες χειρόγραφες πήγαν κατευθείαν στην ανακύκλωση. Δεν έχω το χρόνο, γιατί είμαι ακόμα χαρισμένη πάνω στα μουσικά πράγματα. Μελοποιώ ένα κύκλο τραγουδιών της Κικής Δημουλά. Δεν ευκαιρώ, αλλά νομίζω ότι ήταν σωστό το σημείο που τέλειωσε το βιβλίο. Τα υπόλοιπα είναι όλα γραμμένα σε συνεντεύξεις. Παντρεύτηκα μικρή, έκανα μικρή το γιο μου. Δυστυχώς ο πατέρας του δεν έζησε πολύ, αλλά τα έχουμε πει όλα. Δε μπορεί κανείς να αναφέρεται συνέχεια σε αυτά και να λέει τα ίδια πράγματα. Νομίζω ότι όλοι με ξέρουν απ’ έξω και ανακατωτά.

-Το 1996 ιδρύσατε τη δισκογραφική εταιρία Verso Music και ξεκινήσατε την καταγραφή παραδοσιακών τραγουδιών από όλη την Ελλάδα. Πόσο σημαντική είναι η παράδοση για ένα λαό;

Μ.Κ.:  Πες μου ποιος μπορεί να κάνει ένα βήμα μπροστά του αν είναι τυφλός, χωρίς παράδοση, χωρίς θάρρος; Τα πιο καινούρια πράγματα έχουν γίνει στο παρελθόν. Τώρα που πήξαμε, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα καινούρια, τα οποία είναι πίσω μας.

-Εξίσου σημαντική είναι και η προσφορά σας στη μουσική εκπαίδευση, δημιουργώντας το 1999 τη μέθοδο της βιωματικής μουσικής εκπαίδευσης. Τι περιλαμβάνει αυτή η μέθοδος;

Μ.Κ.:  Εδώ και είκοσι δύο χρόνια περίπου το κέντρο αυτό, έχει στεγάσει χιλιάδες παιδάκια, τα οποία τα παίρνεις στην ηλικία των τεσσάρων ετών και το βασικό όλων είναι η συνειδητή ακρόαση του ήχου. Να μη μπαίνουν τα πράγματα από το ένα αυτί και από το άλλο να βγαίνουν. Είτε είναι ήχοι, είτε έννοιες. Και ασφαλώς όλα αυτά μέσα από το παιχνίδι, τη χαρά, τη μουσική , τα τραγούδια  και τους σουρεαλιστικούς στίχους και τα παιχνιδίσματα. Είμαι ευτυχής που έζησα όλη αυτή τη διαδρομή με τα παιδιά.

-Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε να δουλεύετε με παιδιά προσχολικής ηλικίας στο Κέντρο Βιωματικής Μουσικής Κίνησης;

Μ.Κ.: Γιατί ένιωσα ότι τότε γεννιούνται όλα. Τότε είναι το πραγματικό παιχνίδι και οι δυνατότητες για να μπορέσει ένας καθαρός νους, να καταγράψει όσα μας προσφέρει η μουσική παράδοση, που είναι η ασυγκέραστη μουσική. Μεγαλώνοντας είναι τόσο απειροελάχιστες  οι υποδιαιρέσεις των διαστημάτων σε αυτή την ασυγκέραστη μουσική, που αν δε τις συλλάβει κανείς σε αυτή την πολύ μικρή ηλικία, μετά τα δέκα αμφιβάλλω αν μπορεί πια να χτίσει μητρική μουσική γλώσσα.

-Ποιο είναι το σημαντικότερο μήνυμα που θέλετε να περάσετε στα παιδιά;

Μ.Κ.: Να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.

koch paidia 2017

-Έχετε συμπληρώσει πάνω από πενήντα χρόνια ανελλιπούς παρουσίας στο χώρο της μουσικής. Ποια είναι η στιγμή που κρατάτε ως παρακαταθήκη, ως την πιο έντονη ανάμνησή σας;

Μ.Κ.: Δε θα έφτανε το μαγνητόφωνό σου για να σου πω πόσες. Είναι όλα ενσωματωμένα επάνω μου. Αν το ζωγράφιζα, θα ήταν μια αφηρημένη ζωγραφική, αλλά με πολλά χρώματα.

-Ποιες είναι οι συνεργασίες που έχετε ξεχωρίσει και έχετε αγαπήσει μέσα στο χρόνο;

Μ.Κ.: Αγάπησα  τη συνεργασία μου με το Νίκο Χουλιαρά στις πρώτες ηχογραφήσεις που έκανα, το Μάνο Λοΐζο, που κάναμε και το γνωστό «Νανούρισμα»,  το Διονύση Σαββόπουλο, το Νίκο Ξυλούρη, τη Μαρία Δημητριάδη, το Χριστόδουλο Χάλαρη, το Χρύσανθο, το Θανάση Γκαϊφίλια… Έχω συνεργαστεί με πολύ λίγους ανθρώπους, όμως με πάρα πολλούς σημαντικούς μουσικούς, αλλά και με ανθρώπους που έχουν δημιουργήσει χορωδίες .  Τη συνεργασία μας όμως με τη Νένα την ξεχωρίζω, ίσως γιατί ήταν μεγάλη και η διάρκεια, που ζούμε παράλληλα. Ο χρόνος μας χάρισε τη δυνατότητα να βρισκόμαστε.

-Το ξεκίνημά σας βέβαια έγινε με το Μίκη Θεοδωράκη. Τι σήμαινε για εσάς εκείνη την περίοδο το  να σας επιλέγει ένας σημαντικός μουσικοσυνθέτης;

Μ.Κ.: Ήταν η εποχή που γεννιούνταν οι μπουάτ στην Αθήνα. Εκεί άρχισα να τραγουδώ. Ένα βράδυ πέρασε ο Μίκης -ήταν αρκετά νέος κι εκείνος τότε – και μου λέει «Θέλεις να έρθεις στην μπουάτ ποτ ετοιμάζω εγώ; Δική μου. Θα τραγουδήσουν πρωτοεμφανιζόμενοι. Και η Μαρία Φαραντούρη και ο Αντώνης Καλογιάννης, με πιανίστα τον Διδίλη, τον Καρνέζη, στο μπουζούκι τον Παπαδόπουλο. Θέλεις;». Και του απάντησα «Θέλω!». Κι όντως έγινε. Ήταν  ο χειμώνας του 1966. Το 1967, η 21η Απριλίου μας βρήκε να τραγουδάμε στην μπουάτ. Ο Μίκης είχε ήδη φτιάξει μέσα στο πρόγραμμα ενότητες από τραγούδια για όλους. Η Μαρία Φαραντούρη τότε είχε ηχογραφήσει το «Μαουτχάουζεν» . Ο Μίκης είχε συνθέσει μία ενότητα με τίτλο «Η ηλικία της γειτονιάς μου».  Τα τραγούδια αυτά, τα τραγουδούσα εκεί εγώ. Ποτέ δεν ηχογραφήθηκαν, γιατί εκείνη τη νύχτα της 21ης Απριλίου του 1967, σχολώντας , βγαίνοντας από την παράσταση, βγαίνουμε έξω και ο Μίκης κιτρίνισε, πάγωσε, στάθηκε όρθιος και μας λέει «Αυτό που ακούτε είναι θόρυβος, ήχος από ερπύστριες. Πρέπει να είναι κοντά στο Χίλτον. Γρήγορα κρυφτείτε όπου μπορείτε! Πάω κι εγώ ». Έτσι, χαθήκαμε.

-Αργότερα ξαναβρεθήκατε;

Μ.Κ.: Χρόνια μετά ξαναβρεθήκαμε, αλλά εγώ είχα πάει άλλη πορεία στην ζωή μου, στη μουσική μου πορεία, γιατί πίστεψα με πάθος τη διαδρομή που μου ανοίχτηκε μέσα από τις διασκευές μου των παραδοσιακών τραγουδιών. Είχα ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Δεν ήθελα να γίνω τραγουδίστρια κανενός. Ούτε του πιο μεγάλου συνθέτη. Είχα ανάγκη - ίσως και λόγω της ζωής που είχα ζήσει από παιδί-  την ελευθερία που γνώρισα στο νησί. Ήθελα να ζήσω με αυτόν τον τρόπο και στα μουσικά μου πράγματα. Αφού είχα ανακαλύψει να γράφω και μόνη μου τραγούδια, στηρίχθηκα σε αυτό και αυτή την ελευθερία κατέκτησα. Νιώθω ότι υπήρξα ελεύθερη και ωραία, γιατί ο κόσμος αγάπησε πολύ εκείνο το ξανθό κορίτσι . Όλα έπαιξαν το ρόλο τους.  Στα μικρότερα κορίτσια εκείνης της εποχής έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο τα μαλλιά. Όλα τα κορίτσια ήθελαν να μακρύνουν τα μαλλιά τους. Τώρα, χιλιάδες κοπέλες έχουν όμορφα μαλλιά. Τότε, θα έλεγα ότι υπήρξε ένας συντηρητισμός, ενώ εγώ είχα το θράσος και είχα ζήσει κάπως την ζωή των χίπις εκείνο το διάστημα που για δύο χρόνια έμεινα στο Λονδίνο. Εκεί άλλωστε πήρα και τα ακούσματα της ηλεκτρικής μουσικής και αφέθηκα. Δεν ήξερα για ποιο λόγο με αγαπά ο κόσμος.

Mariza

-Εν τέλει, τι αγάπησε και τι αγαπά περισσότερο ο κόσμος στη Μαρίζα Κωχ;

Μ.Κ.: Μου έχεις κάνει καταπληκτικές ερωτήσεις και μου αρέσει πολύ. Νιώθω ότι μπορεί να είναι το θάρρος που έχω στα πράγματα και η ειλικρίνεια με την οποία επικοινωνώ με τον κόσμο. Δε θα μπορούσα αλλιώς, γιατί πολύ νωρίς κατάλαβα ότι αυτό που είχα να χάσω ήταν μόνο οι αλυσίδες μου, οπότε, μπορούσα να πάω μόνο μπροστά. Δεν υπήρχαν άλλοι δρόμοι. Δεν υπήρξα σταρ. Υπήρξα το κορίτσι του διπλανού διαμερίσματος που τραγουδά ωραία. Όλα αυτά τα στοιχεία της αναρχίας μου, έφτιαξαν στη σκέψη του κόσμου μία εικόνα. Εγώ δεν έφτιαξα καμία εικόνα. Εγώ έζησα κι ό,τι δημιούργησα ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης σκέψης μου.

 

Το μουσικοθεατρικό αναλόγιο «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης», που βασίζεται στο ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαρίζας Κωχ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο παρουσιάζεται κάθε Σάββατο στις 20:30 στο Trii Art Hub ( Δράκου 9, πλησίον του σταθμού του μετρό Συγγρού-Φιξ). Παράταση παραστάσεων λόγω επιτυχίας έως το Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019.

 

Leave a comment