Monday, 06 January 2020 22:03

Άσπα Τομπούλη: Σκέψεις βαναυσότητας περιπαικτικής από τον Μπέκετ

Συνέντευξη της σκηνοθέτιδας Άσπας Τομπούλη με αφορμή την παράσταση του έργου «Το ηρεμιστικό» του Σάμιουελ Μπέκετ

«Το ηρεμιστικό», μια από τις ωραιότερες ιστορίες του μεγάλου Σάμιουελ Μπέκετ, που περιλαμβάνεται στην έκδοση «Πρόζες 1945 – 1980» σε μετάφραση Εριφύλης Μαρωνίτη (εκδόσεις Πατάκη), ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Άσπας Τομπούλη, κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 9μμ, στο Θέατρο Φούρνος. Οι ηθοποιοί Δέσποινα Σαραφείδου (Βραβείο Ερμηνείας Κάρολος Κουν 2018) και Σπύρος Βάρελλης, μας μεταφέρουν στον κόσμο που πλάθει ο αφηγητής του Ηρεμιστικού, έναν κόσμο που χτίζει με τη φαντασία του για να μπορέσει να επιβιώσει. «Ο ήρωας της ιστορίας του Ηρεμιστικού βρίσκεται σε κατάσταση πανικού γιατί νομίζει πως θα πεθάνει. Γι’ αυτό, όπως μας λέει εξαρχής, θα διηγηθεί στον εαυτό του μια ιστορία για να τον ηρεμήσει και ότι η ιστορία αυτή θα είναι σαν μύθος ή σαν ένα παλιό παραμύθι» επισημαίνει η σκηνοθέτις Άσπα Τομπούλη στην Εποχή.

Τη συνέντευξη πήρε η
Ράνια Παπαδοπούλου

Ο αφηγητής-επινοητής της ιστορίας του Ηρεμιστικού είναι και ο ήρωας της ιστορίας που φτιάχνει. Ανατρέχει στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και στο παρελθόν του, κάνει σκέψεις, μιλά για γεγονότα που δεν είμαστε σίγουροι αν είναι πραγματικά ή επινοήσεις του. Με άγρυπνη παρατηρητικότητα και ειρωνικό χιούμορ, καταγράφει τις διαδρομές της μνήμης, του μυαλού και της συνείδησής του μέσα από το μαγικό και στοχαστικό λόγο του Μπέκετ, όπου το χειροπιαστό, το καθημερινό και το γελοίο συναντιούνται με το ονειρικό, το γκροτέσκο και το ποιητικό.

Η νύχτα, οι δρόμοι της έρημης πόλης που παραμένει ανώνυμη, τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών, οι παράδοξες συναντήσεις, οι φόβοι, η ανάγκη του για τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής, κυριαρχούν σε αυτή τη βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Όλη η εμπειρία της περιπλάνησης του, οι συναντήσεις, οι προσδοκίες του, πρέπει να τελειώνουν πάντα «απαλά… όπως σβήνουν στη σκάλα τα βήματα εκείνου που αγαπήσαμε, εκείνης που δεν μπόρεσε να αγαπήσει και δεν θα ξανάρθει πια, το λένε τα βήματά της πως δεν μπόρεσε να αγαπήσει και δεν θα ξανάρθει πια».

«Όλο το διήγημα του Μπέκετ είναι η προσπάθεια του αφηγητή να φτιάξει την ιστορία στην οποία ήρωας είναι ο ίδιος και την οποία βλέπουμε και ακούμε την ώρα που την διηγείται. Δεν ξέρουμε τι είναι πραγματικό και τι είναι της φαντασίας του, τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα. Ωστόσο, μέσα στην ιστορία που επινοεί, συναντά τυχαία και έναν άνθρωπο που του δίνει μια φιάλη ηρεμιστικού», υπογραμμίζει η σκηνοθέτις Άσπα Τομπούλη.

«Ήθελα να ακουστεί ο μοναδικός λόγος του Μπέκετ και να αφηγηθώ την ιστορία όπως την έγραψε. Να δημιουργήσω μια αφηγηματική δυναμική που να αγγίζει το κοινό και να προκαλεί το ενδιαφέρον του. Δουλέψαμε πολύ με την Δέσποινα Σαραφείδου και τον Σπύρο Βάρελλη για να ζωντανέψουμε ένα τόσο ιδιαίτερο κείμενο. Ήταν μια μεγάλη εμπειρία και μια εξαιρετική συνεργασία» σημειώνει σχετικά με τη δραματουργική της προσέγγιση η Τομπούλη.

Σε αυτή τη σπουδή πάνω στην τέχνη της αφήγησης, από την οποία χαρακτηρίζεται ως επί το πλείστον όλο το έργο του Μπέκετ, η σκηνοθέτις Άσπα Τομπούλη καταφέρνει να εισάγει τους θεατές στο έργο του συγγραφέα, με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε οι ίδιοι να γίνουν πρωταγωνιστές της, ανεξαρτήτως φύλου και ταυτότητας, πράγμα που υποδηλώνεται και από την επιλογή της να δώσει διπλό πρόσωπο στον αφηγητή της ιστορίας.

Ο Μπέκετ μιλάει για την προσπάθεια του ανθρώπου
να γαντζωθεί από τη ζωή,
την ανάγκη του να επινοεί ιστορίες,
να υπερβαίνει τη σκληρή πραγματικότητά του κόσμου μας
μέσα από τη φαντασία του.

Το ηρεμιστικό 01

Η ιστορία που επινοεί ο αφηγητής στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αναμνήσεις από τη ζωή και την παιδική του ηλικία. Η αφήγησή του ακολουθεί τη διαδικασία της ανθρώπινης μνήμης, που είναι αποσπασματική, κάνει πισωγυρίσματα, ετεροχρονισμούς. Ό,τι δεν θυμάται καλά ο αφηγητής, το επισημαίνει, αναρωτιέται ή κάνει υποθέσεις. Στη γοητευτική αυτή αφήγηση, ο αφηγητής μιλά για πράγματα απόλυτα αναγνωρίσιμα και τα σχόλιά του πάνω σε αυτά που επινοεί, θυμάται ή βλέπει στη νυχτερινή του περιπλάνηση, είναι στοχαστικά, γεμάτα χιούμορ, βαθιά ανθρώπινα. Να προσθέσω ότι επέλεξα δύο αφηγητές και όχι έναν, όχι χωρίς λόγο. Αυτό που διαβάζουμε στο βιβλίο και ακούμε στην παράσταση, επιτελείται στον μυαλό του αφηγητή αφού, όπως λέει, μας διηγείται σαν να συμβαίνουν όλα τώρα, «τούτη την ώρα που περνά». Ο ένας αφηγητής διακόπτει ή μπαίνει μέσα στην αφήγηση του άλλου σε συγκεκριμένα σημεία. Πετάγματα της σκέψης, «σκέψεις βαναυσότητας περιπαικτικής» όπως λέει ο Μπέκετ, φωτίζονται από το παιχνίδι της εναλλαγής του λόγου ανάμεσα στους δύο αφηγητές», επισημαίνει η σκηνοθέτις.

Κατά ποιο τρόπο το κείμενο του Μπέκετ συνδιαλέγεται με το σήμερα; «Με τον οξυδερκή και γεμάτο χιούμορ τρόπο του, ο μεγάλος Μπέκετ μάς μιλάει για την προσπάθεια του ανθρώπου να γαντζωθεί από τη ζωή, να ζήσει και να υπάρξει παρά τις αποτυχίες, τις δυσκολίες και τις ματαιώσεις. Την ανάγκη του να επινοεί ιστορίες και παραμύθια. Να υπερβαίνει τη σκληρή πραγματικότητά του κόσμου μας μέσα από τη φαντασία του, δημιουργώντας ιστορίες και τόπους υπέρβασης της άχαρης καθημερινότητάς του. Ο Μπέκετ μας μεταφέρει, όπως πάντα, σε ένα ερημικό τοπίο με χαλάσματα, ερείπια, κονσερβοκούτια, σαν ρημαγμένο από μια σαρωτική καταστροφή. Ο ανώνυμος αφηγητής που φεύγει από αυτόν τον τόπο, περιπλανιέται σε μια άγνωστη πόλη και πλάθει ιστορίες προσπαθώντας να επιβιώσει και να κρατηθεί μακριά από την ανυπαρξία και το θάνατο. Το φτιάξιμο της ιστορίας του είναι ο δικός του τρόπος για να αντιστέκεται στο καταστραμμένο του σύμπαν».

Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Η Εποχή", Κυριακή 05/01/2020

Related items