Sunday, 21 July 2019 21:29

Το ροζ τριαντάφυλλο Featured

Διήγημα της Ράνιας Παπαδοπούλου

 

Ένα λουλούδι είναι αυτό που θα μου θυμίζει ότι πέρασες από τη ζωή μου… Ένα τριαντάφυλλο ροζ… Το ξέρω, η ζωή σου δεν ήταν ρόδινη. Κι όμως αυτό το λουλούδι έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, γιατί… υπήρξες.

-Χριστοφόρου! Πρόσεχε!, φώναξε ο στρατιώτης.

Παντού εκκωφαντικοί κρότοι, καπνοί και άψυχα κορμιά. Οι οβίδες άρχισαν να σκάνε η μία μετά την άλλη. Οι στρατιώτες όμως, δεν κινούνται από τη θέση τους. Στέκονται εκεί αγέρωχοι στην πρώτη γραμμή του πυρός. Αγωνιζόμενοι, για τα ιδανικά τους, τις ιδέες τους, τις ζωές τους και για τις ζωές όλων των υπολοίπων. Για την πατρίδα, που δεν θα επιτρέψουν να χαθεί ποτέ. Τα πάντα ξαφνικά γίνονται μαύρα. Ο χρόνος σταματά. Ο διαβήτης έχει γράψει το νέο κύκλο της ζωής.

Ο λοχαγός κείτεται στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Όχι, δεν είναι νεκρός. Οι γιατροί τον εξετάζουν συνεχώς. Δε μιλάει σε κανέναν. Απλά κοιτάζει γύρω του με δυσκολία. Οι ακτίνες του ήλιου εισβάλλουν στο δωμάτιο από το παράθυρο, αλλά ούτε αυτό τον αποσπά από τη σκέψη του. Από το μυαλό του περνούν εικόνες φρίκης. Οι σύντροφοί του ήταν όλοι νεκροί. Το λιβάδι είχε μετατραπεί σε κρανίου τόπο. Γύρω του καπνοί, φωτιές και μυρουδιά καμένης σάρκας. Στο δωμάτιο δεν είναι ποτέ μόνος, αλλά η μοναξιά που νιώθει δε διαγράφεται . Κάποτε λεγόταν ειρήνη, αλλά ήταν τόσο εύθραυστη! Ο ήλιος δύει και το φεγγάρι φωτίζει τις σκέψεις, που προσπαθεί να απωθήσει. Η αλήθεια δεν αλλάζει. Ο θάνατος δεν ξεχνιέται και η ζωή συνεχίζεται, με τις μέρες να κυλούν γρήγορα χωρίς να το καταλαβαίνει.

-Κύριε Χριστοφόρου, η πληγή στο πόδι σας θεραπεύτηκε, όμως για όσο ζείτε θα έχετε μία μικρή δυσκολία στο περπάτημα. Δυστυχώς, για το μάτι κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Η μόνη λύση είναι να γίνει μεταμόσχευση. Είναι θαύμα που επιζήσατε.

-Δεν πειράζει γιατρέ. Καταλαβαίνω. Σας ευχαριστώ πολύ για ό,τι κάνετε για εμένα., αποκρίθηκε κι έφυγε νιώθοντας ευγνωμοσύνη.

Είχαν περάσει κάμποσοι μήνες από τότε, που νοσηλεύτηκε για πρώτη φορά βαριά τραυματισμένος. Οι εικόνες ωστόσο παρέμειναν ανεξίτηλες στη μνήμη του. Από το δεξί του μάτι είχε τυφλωθεί τελείως, αλλά δεν ήθελε να τα παρατήσει. Τα σχέδιά του αναγκαστικά έπρεπε να αλλάξουν. Η ιατρική σχολή πλέον ήταν κάτι ακατόρθωτο για εκείνον. Γρήγορα όμως, ανακάλυψε το νέο του στόχο και το πήρε απόφαση. Θα γραφόταν στη σχολή τυφλών, που λειτουργούσε λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Tίποτε δε σταματούσε τη θέλησή του για τη ζωή.

Το να καταγράψει όσα έζησε έγινε το νέο του όνειρο και θα το διεκδικούσε ό,τι κι αν συνέβαινε. Οι μήνες περνούσαν και ο Στέλιος είχε καταφέρει σχεδόν μόνος του να μάθει να γράφει και να διαβάζει. Το σύστημα μπράιγ ήταν για αυτόν μια νέα γλώσσα. Η γλώσσα της ελευθερίας. Τα μάτια της ψυχής του. Επόμενος στόχος η νομική σχολή. Το πείσμα του ήταν αυτό που τον οδήγησε από την Κύπρο στην Αθήνα, ως σπουδαστής πια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν ακόμα αρκετά δύσκολα. Μερικά κατάλοιπα της δικτατορίας των συνταγματαρχών ενίσχυαν την πολιτική αστάθεια που υπήρχε στη χώρα κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης. Ο λαός όμως, πλέον είχε αφυπνιστεί. Κανένα πολιτικό παιχνίδι δε θα του στερούσε την ελευθερία του.

Η Αθήνα είχε γοητεύσει το Στέλιο από την πρώτη στιγμή. Ωστόσο, επέλεξε να μείνει μόλις δύο χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο. Η Καισαριανή ήταν ιδανικός τόπος κατοικίας για εκείνον. Η περιοχή ήταν φιλήσυχη, μα πάνω από όλα τον γοήτευε η ιστορία της για τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης. Νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα επί της οδού Σκοπευτηρίου, ακριβώς λίγα μέτρα πιο κάτω από το Θυσιαστήριο της Λευτεριάς. Έτσι είχε ονομαστεί το Σκοπευτήριο. Λένε, ότι το αίμα των θυμάτων των Γερμανών κυλούσε σα ρυάκι στο δρόμο, ενώ τα βράδια οι φωνές των εκτελεσμένων αντηχούσαν σε όλο το άλσος με το θρόισμα των φύλλων.

Ο Στέλιος καθημερινά, ακόμα κι όταν δεν είχε μάθημα κατέβαινε στο Πανεπιστήμιο με τα πόδια, Του άρεσε πολύ η διαδρομή. Μόνιμό του στέκι η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Βιβλιοφάγος από μικρή ηλικία, δε θα μπορούσε να εγκαταλείψει τόσο εύκολα το «άθλημα». Διψούσε για τη γνώση, πράγμα που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Τα χρόνια κυλούσαν με ηρεμία, ώσπου ένα τηλεφώνημα τον γέμισε με ανάμεικτα συναισθήματα.

-Κύριε Χριστοφόρου, σας τηλεφωνούμε από το νοσοκομείο της Κύπρου, όπου είχατε νοσηλευτεί. Είμαι ο γιατρός σας, ο κύριος Αλεξίου. Ήρθα σε επαφή με ένα φίλο γιατρό από την Αθήνα. Υπάρχει περίπτωση να έχει βρεθεί συμβατός δότης. Θα πάτε στο…

Ο Στέλιος από ένα σημείο και μετά δεν άκουγε τι του έλεγε ο γιατρός του. Ήταν τόσο χαρούμενος. Δε μπορούσε να το πιστέψει ότι ίσως τελικά να  έβλεπε και πάλι από το δεξί του μάτι. Τότε θα μπορούσε να γίνει γιατρός. Λίγες ημέρες αργότερα, βρέθηκε στο νοσοκομείο για να συναντήσει το γιατρό που ίσως να του έδινε ξανά το φως του. Έκανε τις απαραίτητες εξετάσεις, αλλά δυστυχώς οι ελπίδες του ήταν φρούδες. «Δεν πειράζει», σκέφτηκε, «σημασία έχει ότι είμαι ζωντανός»

Καθώς έβγαινε απογοητευμένος από το γραφείο του γιατρού, έπεσε κατά λάθος πάνω σε μία νεαρή κοπέλα, που απ’ ο, τι αποδείχθηκε στη συνέχεια έγινε το φως των ματιών του, μα πάνω από όλα της ψυχής του. Αυτό που ανακάλυψε αργότερα ήταν ότι η Ελένη, ήταν η κοπέλα, που θα έδινε το ένα της μάτι για να μπορέσει να δει κάποιος νέος. Αυτή η γυναίκα με τη μεγαλοψυχία της και την αγάπη της θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή ως στήριγμα, σύντροφος και μάνα των παιδιών του. Όποια δυσκολία κι αν ερχόταν στη ζωή του, η Ελένη δε θα τον εγκατέλειπε ποτέ. Το ίδιο ίσχυε και για εκείνον.

«Μια καλή ζωή είναι αυτή που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη γνώση», είχε πει κάποτε ο Βρετανός φιλόσοφος  B.Russel. Εκ των υστέρων μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι αντιπροσωπεύει στο έπακρο τη ζωή του Στέλιου, ο οποίος όχι μόνο δημιούργησε την οικογένεια που λαχταρούσε, αλλά συνέχισε να σπουδάζει σε όλη του τη ζωή. Τα παιδιά του είχαν ήδη μεγαλώσει. Κάποια από αυτά είχαν δημιουργήσει και τις δικές τους οικογένειες. Πλέον κατοικούσε στην Αργυρούπολη μαζί με τη γυναίκα του και το μικρό του γιο. Εκεί είχε και το γραφείο του για πολλά χρόνια, μέχρις ότου μετακόμισε στην Κύπρο.

Γύρω στη δεκαετία του 1990 στη ζωή της οικογένειας, μπήκε ένα κοριτσάκι, το οποίο αργότερα το βάφτισαν και του έδωσαν το όνομα Ουρανία, όπως έλεγαν τη γιαγιά του, όπως επίσης αποκαλείται και το νησί της Κύπρου. Παρόλο, που στην αρχή το κοριτσάκι θα το βάφτιζε ο Στέλιος και η Ελένη, τελικά τη θέση του νονού πήρε ο μικρός τους γιος. Εκείνοι ήταν ήδη μεγάλοι σε ηλικία και το παιδί θα έπρεπε να έχει ένα νονό να το στηρίζει αν έφευγαν νωρίς από τη ζωή. Βέβαια, οι αδυναμίες δεν κρύβονταν ποτέ. Στην καρδιά του μικρού κοριτσιού  ήταν ο Στέλιος, σα δεύτερος πατέρας, σαν ένας φίλος που πάντα θα την άκουγε και θα την καθοδηγούσε.

Από την άλλη όσα χρόνια κι αν περνούσαν, η Κύπρος δεν έφευγε ποτέ από το μυαλό του Στέλιου. Έτσι λίγα χρόνια αργότερα, αφού παντρεύτηκε ο μικρός του γιος, πήρε την απόφαση να μετακομίσει μόνιμα στην Κύπρο μαζί με την Ελένη. Αποχαιρέτησε φίλους και γνωστούς και γύρισε στην πατρίδα του.

8 Νοεμβρίου 2009. Ένα γράμμα από την Αθήνα καταφθάνει στην Κύπρο. Ο παραλήπτης του όμως δεν είναι εκεί για να το παραλάβει. Το γράμμα γράφει:

«Ένα λουλούδι είναι αυτό που θα μου θυμίζει ότι πέρασες από τη ζωή μου… Ένα τριαντάφυλλο ροζ… Το ξέρω, η ζωή σου δεν ήταν ρόδινη. Πολέμησες στην Κύπρο για να διεκδικήσεις αυτό που κάποιοι πήγαν να σου στερήσουν. Τραυματίστηκες. Δεν το έβαλες κάτω, γιατί ήξερες ότι ο μεγαλύτερος πόλεμος είναι η ζωή. Έκανες οικογένεια, όπως πάντα ήθελες  και δεν εγκατέλειψες την άλλη σου αγάπη , που ήταν οι σπουδές. Σε χτύπησε ο καρκίνος μέχρι που οι ιατροί αναγκάστηκαν να σου αφαιρέσουν το λάρυγγα και τις φωνητικές χορδές σου, αλλά δε σταμάτησες ποτέ να σπουδάζεις. Δε σταμάτησες ποτέ να ζεις. Μπορεί να μην είχες πλέον φωνή, αλλά ως μαχητής που ήσουν, συνέχισες να παλεύεις. Γιατί ήξερες ότι αυτό ήταν το σωστό. Πέρασες τόσα, αλλά ποτέ δεν το έβαλες κάτω. Πάντα με συμβούλευες να κάνω αυτό που αγαπάω ακόμα και αν είναι αρκετά επώδυνο, γιατί όπως μου έλεγες «στη ζωή πρέπει να είσαι μαχητής» και να μην το μετανιώσω ποτέ. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, ένα στοίχημα… και εσύ το κέρδισες, γιατί ήξερες από την αρχή ότι έπρεπε να παλέψεις. Όμως, έναν αγώνα δεν τον κέρδισες. Η ασθένειά σου σε νίκησε, αλλά έχασες μόνο μία μάχη και όχι τον πόλεμο. Γιατί πάντα ήσουν παρών. Έφυγες, αλλά είσαι εδώ. Κατάφερες να μου πεις να προσπαθήσω, γιατί τα όνειρα δεν είναι άπιαστα, γιατί η ουτοπία υπάρχει στην καρδιά μας, γιατί η Ιθάκη πάντα θα είναι κοντά μας και τίποτα δε μπορεί να μας αποτρέψει να την ανακαλύψουμε , παρά μόνο ο ίδιος μας ο εαυτός.

Ο λόγος που τα γράφω όλα αυτά είσαι εσύ, αγαπημένε μου νονέ, που όταν σε χρειαζόμουν ήσουν πάντα δίπλα μου για να με συμβουλεύεις. Ποιος είναι ο σκοπός μου; Να μεταδώσω ό,τι μου δίδαξες: ‘’ζήσε τη ζωή, ταξίδεψε στα όνειρά σου και μην τα εγκαταλείψεις ποτέ, γιατί τότε θα έχεις χάσει κάποιον πολύ σημαντικό…τον εαυτό σου’’.

Σε ευχαριστώ»

Τα γεγονότα δίνουν στην ιστορία τη μορφή που εμείς θέλουμε. Σε έναν πόλεμο δεν υπάρχει ούτε νικητής ούτε νικημένος. Μόνο αυτοί που θυμούνται και εκείνοι που ξεχνούν.

 Καλημέρα! Τι κάνεις; Να ‘σαι πάντα καλά !