Print this page
Friday, 22 February 2019 12:41

Η μεγάλη γειτονιά

Γράφει η Ράνια Παπαδοπούλου

 

«Τα σέβη μου κύριε δήμαρχε!».
Με την είσοδό σου στο χώρο, ο Δήμαρχος είναι ο πρώτος που θα συναντήσεις. Στέκεται αέναα εκεί, χαμογελαστός, με ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο. Όσο προχωράς στη γειτονιά, συναντάς διάφορους γνωστούς και… αγνώστους.

Ολόκληρες οικογένειες σου υπενθυμίζουν το γενεαλογικό τους δέντρο. Λίγο πιο κάτω, θα συναντήσεις το Νίκο, το Δημήτρη, τον Αριστείδη και την 25χρονη Κατερινούλα. Όλοι τους είναι χαμογελαστοί, με αυτό το ανήσυχο βλέμμα, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους.  Ο Νίκος είναι συνεχώς με μία μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του. Αυτό ήταν το όνειρό του και κατάφερε να το πραγματοποιήσει. Να τη και η Τουλίτσα! Μας κοιτάει και χαμογελώντας μας κλείνει το μάτι. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Μόλις την πλησιάσεις το πρώτο πράγμα που θα σου πει αφού σε χαιρετήσει είναι «Μανίτσα μου, θα μου δώσεις ένα τσιγαράκι;». Και πώς να της το αρνηθείς; Σήμερα έχει κίτρινα χρυσάνθεμα στα βαζάκια της.

Ένα στενό παραπέρα μένει και ο κύριος Θανάσης. Είμαι σίγουρη πως μόλις τον δω θα διαβάζει την εφημερίδα του, χωμένος στα βιβλία και τα γραπτά του. Μπορεί να είναι κοντά του και ο μπάρμπα Θόδωρος. Ίσως να συζητούν για θέματα πολιτικής, ιστορίας αλλά και της επικαιρότητας. Ο μπάρμπα Θόδωρος είναι ιδιαίτερη μορφή. Επί Κατοχής, ήταν Καπετάνιος του ΕΛΑΣ στην Καισαριανή. Μάλιστα από το 1940 ζει με μία σφαίρα καρφωμένη στον εγκέφαλό του, έχοντας σώας τας φρένας. Παλιά τον συναντούσε κανείς στο Σκοπευτήριο για να διηγείται την ιστορία της πόλης για την Κατοχή, την Αντίσταση και τις εκτελέσεις. Ποτέ του όμως, δεν αποδεχόταν το χαρακτηρισμό του ήρωα, γιατί όπως έλεγε παλιά «όλη η Καισαριανή ήταν ηρωική». Πόσες πολλές ιστορίες μπορεί να σου διηγηθεί! Το ίδιο ισχύει και για τον κύριο Γιάννη βέβαια, που από μικρή ηλικία τον θαύμαζα για το έργο του, αλλά και την αγάπη του προς όλους εμάς τους νεότερους, για να μας αφηγηθεί την ιστορία μας. Επάξια έχει χαρακτηριστεί ως ο  «συγγραφέας που αγωνίζεται να διαδώσει τις μνήμες».

Θα έμενα να θυμηθώ τις ιστορίες τους, αλλά δε μπορώ. Με περιμένει η γιαγιά μου. Σήμερα πρέπει να ποτίσω τις τριανταφυλλιές της και να αλλάξω τα λουλούδια, που θα έχουν μαραθεί.  Εν τω μεταξύ, αν έχουν κάνει επιδρομή τα περιστέρια, θα είναι έξω φρενών.  Τα απεχθάνεται. Όταν βλέπει τα περιστέρια κοντά της, πιστεύει ότι κάποιος θα πεθάνει. Ίσως γιατί τις ημέρες που ήταν να φύγει  ο αδερφός της, τα περιστέρια έρχονταν συνεχώς στο μπαλκόνι. Απ’ ό, τι βλέπω, όσο πλησιάζω, το φως της είναι αναμμένο και τα λουλούδια της σε καλή κατάσταση. Άρα σήμερα έχουμε λιγότερη δουλειά. Μόνο η τριανταφυλλίτσα και τα χρυσάνθεμα θέλουν πότισμα. Αν αργήσω λίγο παραπάνω θα αρχίσει να μου γκρινιάζει. Ευτυχώς όμως, ο παππούς ο Μίμης, θα σώσει την κατάσταση. Όπως τότε που ήμουν μικρή και έκρυβε τα γλυκά που μου αγόραζε στις τσέπες του κοστουμιού του, για να μη μας καταλάβει η γιαγιά Ουρανία. Είναι αυτό που λέμε «ισχύς εν τη ενώσει»,

Αλλά ξέρετε κάτι; Στη γειτονιά υπάρχει ένας ακόμα σπουδαίος άνθρωπος, που δεν τον πιάνει το μάτι σου. Ίσως γιατί τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις είναι τόσο βαθιά ριζωμένα στην κοινωνία μας, που η διαφορετικότητα φαντάζει κάτι εξωπραγματικό για όλους. Κάπου εδώ, τριγύρω λοιπόν,  βρίσκεται και ο Φερεϋντούν, ο ποιητής, να πετά τον κόκκινο χαρταετό του. Πόσο θα ήθελα να τον είχα γνωρίσει! Όπως μου λέει και ο Γρηγόρης, ο Φερεϋντούν έχει να μοιραστεί πολλές ιστορίες μαζί μας, από την Περσία, τη γνωριμία του και τη φιλία του με το Ρίτσο και άλλα διάφορα θέματα.  Σαν να ακούω και την Τασία εδώ κοντά. Όλο και κάποιος θα την ενόχλησε. Ξέρετε η Τασία , όταν ήμουν μικρότερη κάθε Πάσχα όταν έβαφε αυγά, έδινε και σε εμένα. Τα αυγά αυτά ήταν ιδιαίτερα, όχι μόνο γιατί είχαν παράξενα χρώματα και σχέδια, αλλά γιατί μας τα έδινε με αγάπη.

Η γειτονιά, όπως παρατηρείτε είναι πολύ μεγάλη, αλλά ήσυχη. Το μόνο που ακούς είναι το θρόισμα των φύλλων, όταν φυσάει το αεράκι. Υπάρχουν κάποιες φορές βέβαια, που, μέσα σε αυτή την ησυχία, οι αναμνήσεις μας φωνάζουν πολύ πιο δυνατά από όλες τις φωνές του κόσμου. Εδώ υπάρχει πάντα γαλήνη, καθαρός αέρας και τροφή για σκέψη. Ανάλογα με το πού κατευθύνεσαι στο τέλος ή στην αρχή της κάθε πόλης ή και του κάθε χωριού, το κοιμητήριο βρίσκεται εκεί για να μας θυμίζει την ανθρώπινη ματαιότητα.